Παρεμβάσεις υπέρ των συνταξιούχων θα βρεθούν στο επίκεντρο των ανακοινώσεων του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη φετινή Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) στις αρχές Σεπτεμβρίου.
Η συγκεκριμένη ομάδα πολιτών έχει δει το είσοδημά της να μειώνεται κατακόρυφα κατά την 10ετία των μνημονίων, ενώ στην περίοδο 2019-2026 αποκαταστάθηκε ένας μέρος των απωλειών αυτών (το 16,3%) λόγω των ετήσιων αυξήσεων στις συντάξεις. Το ποσοστό αυτό είναι ιδιαίτερα χαμηλό αν συγκριθεί με τις αντίστοιχες αυξήσεις στον κατώτατο (39,4%) ή στον μέσο μισθό (28,5%), σε ένα περιβάλλον ακρίβειας, υψηλού πληθωρισμού και ενεργειακής κρίσης.
- Διαβάστε ακόμα - Μαρινάκης: Πακέτο ίσως και άνω του 1 δισ. ευρώ στη ΔΕΘ
Η στήριξη του εισοδήματος των απόμαχων της εργασίας παραμένει το μεγάλο ζητούμενο, με το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης να «ζυγίζει» δημοσιονομικά τα σενάρια επαναφοράς της «13ης σύνταξης». Μια τέτοια εξαγγελία από το βήμα της ΔΕΘ θα εκτόξευε την δημοφιλία του κυβερνώντος κόμματος, καθώς το μέτρο αφορά 2,5 εκατομμύρια δικαιούχους και πάνω από 1,5 εκατομμύριο νοικοκυριά.
Τα σενάρια
Η χορήγηση μιας πλήρους επιπλέον σύνταξης σε όλους συνεπάγεται κόστος περίπου 2,8 δισ. ευρώ ετησίως. Μία σύνταξη «κομμένη» στο 50% μειώνει τον λογαριασμό στα 1,4 δισ. ευρώ, ενώ ένα κλιμακωτό μοντέλο, αντίστοιχο με εκείνο του 2019, μπορεί να περιορίσει τη δαπάνη κοντά στα 800 εκατ. ευρώ.
Με άλλα λόγια, μένει να αποφασιστεί με ποιο μοντέλο θα μπορούσε να επανέλθει η εισοδηματική ενίσχυση των συνταξιούχων και πόσο μπορεί να αντέξει ο κρατικός προϋπολογισμός μια τέτοια παρέμβαση.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος «Ήλιος» για τον Ιούνιο του 2026, οι συνταξιούχοι της χώρας ανέρχονται σε 2.537.769, με το συνολικό μηνιαίο ποσό εισοδήματος από συντάξεις να διαμορφώνεται στα 2,806 δισ. ευρώ. Στο σενάριο που θα προκριθεί η καταβολής μιας πλήρους μηνιαίας σύνταξης σε όλους τους δικαιούχους, ο λογαρισμός θα ανέλθει στα 2,8 δισ. ευρώ και θα πρέπει να καλυφθεί είτε από τον κρατικό προϋπολογισμό είτε από ισοδύναμα μέτρα.
Αν ωστόσο επικρατήσει το σενάριο καταβολή του 50% μιας μηνιαίας σύνταξης σε όλους τους δικαιούχους, το κόστος περιορίζεται στο μισό (1,4 δισ. ευρώ ετησίως) που θεωρείται πιο διαχειρίσιμο, καθώς στηρίζει οικονομικά τους συνταξιούχους χωρίς όμως να επιβαρύνει υπέρμετρα τον προϋπολογισμό.
Όσο για το κλιμακωτό μοντέλο που εφαρμόστηκε το 2019, έχει το χαμηλότερο κόστος (περί τα 800 εκατ. ευρώ) και περιλαμβάνει διαφορετικό ποσοστό επιστροφής ανάλογα με το αρχικό συντάξιμο ποσό. Συγκεκριμένα, δινόταν το 100% της κύριας σύνταξης σε όσους λάμβαναν έως 500 ευρώ, το 70% για συντάξεις από 500 έως 600 ευρώ, το 50% για συντάξεις από 600 έως 1.000 ευρώ και το 30% για συντάξεις άνω των 1.000 ευρώ.
Τέλος στο τραπέζι έχει πέσει και η επιπλέον αύξηση του μόνιμου επιδόματος των συνταξιούχων που θα πληρωθεί τον Νοέμβριο, προκειμένου να φτάσει στα επίπεδα της εθνικής σύνταξης, δηλαδή στα 446,87 ευρώ. Έτσι αντί για τα 300 ευρώ που θα μοιραστούν σε λίγους μήνες σε περίπου 2 εκατ. δικαιούχους (όπως έχει ήδη ανακοινωθεί), μελετάται να δοθεί μία εθνική σύνταξη των 446,87 ευρώ ως Δώρο Χριστουγέννων σε όλους τους συνταξιούχους.
Δεδομένου ότι το επίδομα είναι μόνιμο και αυξάνεται κάθε χρόνο, θα ακολουθεί τις αυξήσεις της εθνικής σύνταξης, με αποτέλεσμα το ποσό αυτό που θα συνιστά την «13η σύνταξη» να αυξάνεται δυναμικά, ανάλογα με την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό.
Η παρέμβαση αυτή είναι η πλέον συμφέρουσα δημοσιονομικά, καθώς η επιπλέον αύξηση του επιδόματος στο ύψος της εθνικής σύνταξης κοστολογείται περίπου 300 εκατ. ευρώ.
Μάλιστα κυβερνητικοί κύκλοι δεν αποκλείουν έναν συνδυασμό παρεμβάσεων που θα αφορά:
- αύξηση του επιδόματος συνταξιούχων που θα δοθεί το Νοέμβριο του 2026 και
- επαναφορά της 13ης σύνταξης τον Νοέμβριο του 2027.
Ανοικτό παραμένει και το ενδεχόμενο διορθωτικής αύξησης των συντάξεων λόγω του υψηλού πληθωρισμού, που εξετάζει η κυβέρνηση ανάλογα και με την πορεία της οικονομίας. Το μέτρο αυτό που θα συνδυαστεί με την όποια επιλογή της «13ης σύνταξης» έχει στόχο την περαιτέρω στήριξη των χαμηλοσυνταξιούχων, που βλέπουν τις ετήσιες αυξήσεις στις συντάξεις τους να «ροκανίζονται» από την ακρίβεια που επικρατεί στα αγαθά πρώτης ανάγκης.



